Αποφάσεις-ορόσημα της νομολογίας

Η κύρια αποστολή του ΔΕΕ είναι να εγγυάται ότι το ενωσιακό δίκαιο εφαρμόζεται ομοιόμορφα και τηρείται σε ολόκληρη την Ένωση.

Πολλές από τις παλαιότερες αποφάσεις του έθεσαν βασικές αρχές που έχουν συμβάλει καθοριστικά στη διαμόρφωση του ενωσιακού δικαίου όπως το ξέρουμε σήμερα. Παράλληλα, έδωσαν λύση σε πραγματικά προβλήματα τα οποία αντιμετώπιζαν οι πολίτες στην καθημερινότητά τους και οι επιχειρήσεις στις συναλλαγές τους.

Οι αποφάσεις-ορόσημα της μακρόχρονης ιστορίας του ΔΕΕ έχουν ενισχύσει την αποτελεσματικότητα του ενωσιακού δικαίου, θωρακίζοντας παράλληλα την προστασία των δικαιωμάτων των Ευρωπαίων πολιτών.

Θεμελιώδεις αρχές του ενωσιακού δικαίου

Van Gend en Loos

Η πιο διάσημη ίσως απόφαση του Δικαστηρίου εκδόθηκε στην υπόθεση Van Gend en Loos (1963).

Επρόκειτο για προδικαστική παραπομπή από ολλανδικό δικαστήριο και το Δικαστήριο ερωτήθηκε συγκεκριμένα αν τα ίδια τα εθνικά δικαστήρια μπορούσαν να εφαρμόσουν μια ενωσιακή νομοθετική ρύθμιση που απαγόρευε στα κράτη μέλη να αυξάνουν τους δασμούς στο ενδοενωσιακό εμπόριο. Αυτό ακριβώς είχαν κάνει οι ολλανδικές αρχές, σε σχέση με τις εισαγωγές ορισμένων χημικών προϊόντων. Κατά συνέπεια, η μεταφορική εταιρία Van Gend en Loos κλήθηκε να καταβάλει υψηλότερους δασμούς για την εισαγωγή χημικών προϊόντων από τη Γερμανία στις Κάτω Χώρες και, ως εκ τούτου, προσέφυγε στο αρμόδιο εθνικό δικαστήριο. Το Δικαστήριο συμφώνησε ότι το εθνικό δικαστήριο έπρεπε πράγματι να εφαρμόσει το ενωσιακό δίκαιο. Έτσι καθιερώθηκε η αρχή του «άμεσου αποτελέσματος». Σημαίνει ότι οι ιδιώτες μπορούν να επικαλούνται άμεσα ορισμένους κανόνες του ενωσιακού δικαίου στις διαφορές τους ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων.

Costa κατά ENEL

Έναν χρόνο αργότερα, με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Costa κατά ENEL (1964) διαπλάστηκε μια ακόμη σημαντική αρχή.

Στην περίπτωση εκείνη, ιταλικό δικαστήριο ζήτησε από το Δικαστήριο καθοδήγηση διότι είχε προκύψει σύγκρουση μεταξύ μιας ενωσιακής νομοθετικής ρύθμισης και ενός μεταγενέστερου ιταλικού νόμου που κρατικοποιούσε μια εταιρία ηλεκτρικής ενέργειας. Το Δικαστήριο έκρινε ότι, σε περιπτώσεις σύγκρουσης, το ενωσιακό δίκαιο «υπερισχύει» και το εθνικό δίκαιο πρέπει να παραμερίζεται. Είναι η επονομαζόμενη αρχή της «υπεροχής» του ενωσιακού δικαίου.

Οι δύο αυτές αρχές, του άμεσου αποτελέσματος και της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου, αποτελούν τους ακρογωνιαίους λίθους του.

Francovich

Το ενωσιακό δίκαιο συνέχισε και τα επόμενα χρόνια να εξελίσσεται μέσω της νομολογίας του Δικαστηρίου. Η απόφαση Andrea Francovich κ.λπ. κατά Ιταλικής Δημοκρατίας είναι συνδεδεμένη με την αναγνώριση της αρχής της «ευθύνης των κρατών μελών».

Στην εν λόγω υπόθεση, Ιταλοί εργαζόμενοι έχασαν τους μισθούς τους όταν πτώχευσε ο εργοδότης τους. Ειδικά για την προστασία των εργαζομένων σε τέτοιου είδους καταστάσεις είχε εκδοθεί μια ενωσιακή οδηγία. Η Ιταλία όμως δεν είχε φροντίσει να τη μεταφέρει στην εθνική της έννομη τάξη. Οι εργαζόμενοι δικαίως ισχυρίστηκαν ότι ζημιώθηκαν εξαιτίας αυτής της παράλειψης του ιταλικού κράτους. Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι ιδιώτες μπορούν όντως να στραφούν κατά κράτους μέλους για να ζητήσουν αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν εξαιτίας της μη συμμόρφωσης του κράτους μέλους με το ενωσιακό δίκαιο.

Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων

Dassonville

Καθοριστική υπήρξε η συνεισφορά του Δικαστηρίου και στην καθιέρωση της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εντός της Ένωσης. Από την απόφασή του στην υπόθεση Procureur du Roi κατά Benoît και Gustave Dassonville (1974) προέκυψε το λεγόμενο «κριτήριο Dassonville».

Οι ενωσιακοί κανόνες δεν επιτρέπουν στα κράτη μέλη να θέτουν όρια στις εισαγωγές από άλλα κράτη μέλη. Απαγορεύουν επίσης και τυχόν εθνικές διατάξεις που έχουν «ισοδύναμο αποτέλεσμα» με τέτοιους περιορισμούς. Στη συγκεκριμένη υπόθεση, το Βέλγιο απαιτούσε πιστοποιητικά προέλευσης για το σκωτσέζικο ουίσκι. Ο Gustave Dassonville, χονδρέμπορος στη Γαλλία, και ο γιος του Benoît, ο οποίος διαχειριζόταν ένα υποκατάστημα της επιχείρησης στο Βέλγιο, αγόρασαν μπουκάλια ουίσκι «Johnnie Walker» και «Vat 69» στη Γαλλία με σκοπό να τα πουλήσουν στο Βέλγιο. Δεν είχαν όμως να επιδείξουν πιστοποιητικά προέλευσης, δεδομένου ότι στη Γαλλία δεν ήταν απαραίτητα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ασκηθεί δίωξη εις βάρος τους στο Βέλγιο.

Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι εθνικοί κανόνες που παρακωλύουν το ενδοενωσιακό εμπόριο, είτε άμεσα είτε έμμεσα, έχουν ισοδύναμο αποτέλεσμα με τους περιορισμούς στις εισαγωγές.

Cassis de Dijon

Το σκεπτικό της απόφασης Dassonville αναπτύχθηκε περαιτέρω στην υπόθεση Rewe-Zentral AG v Bundesmonopolverwaltung für Branntwein (1979), που είναι γνωστή και ως Cassis de Dijon.

Η Γερμανία δεν επέτρεπε την εισαγωγή του λικέρ Cassis de Dijon από τη Γαλλία και την πώλησή του στο γερμανικό έδαφος, διότι δεν πληρούσε τα δικά της εθνικά πρότυπα για την περιεκτικότητα σε αλκοόλ. Ειδικότερα, για να πωλείται στη Γερμανία ένα ποτό ως λικέρ, έπρεπε να έχει περιεκτικότητα σε αλκοόλ άνω του 25 %. Το Cassis de Dijon είχε περιεκτικότητα σε αλκοόλ μόλις 16 %. Η Rewe-Zentral, γερμανική επιχείρηση σούπερ μάρκετ, προσέβαλε την εθνική αυτή νομοθεσία ενώπιον γερμανικού δικαστηρίου, το οποίο υπέβαλε στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής απόφασης. Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι κάθε προϊόν που παράγεται και πωλείται νόμιμα σε ένα κράτος μέλος πρέπει να κυκλοφορεί ελεύθερα και στην αγορά των υπολοίπων κρατών μελών. Πρόκειται για την αρχή της «αμοιβαίας αναγνώρισης».

Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων

Grzelczyk

Εκτός από την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, το Δικαστήριο έχει συμβάλει και στην κατοχύρωση της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων εντός της Ένωσης, για παράδειγμα με την απόφασή του στην υπόθεση Rudy Grzelczyk κατά Centre Public d'Aide Sociale d’Ottignies-Louvain-la-Neuve (2001).

Ένας Γάλλος φοιτητής ο οποίος ζούσε στο Βέλγιο συντηρούσε τον εαυτό του κατά τα τρία πρώτα έτη των σπουδών του, αλλά ζήτησε ένα επίδομα κατά το τέταρτο έτος. Η αίτησή του ωστόσο απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι ήταν αλλοδαπός. Το Δικαστήριο έκρινε ότι επρόκειτο για αδικαιολόγητη διάκριση, καθώς η ιθαγένεια της Ένωσης παρέχει στους πολίτες δικαίωμα ίσης μεταχείρισης ενώπιον του νόμου, ανεξαρτήτως της εθνικότητάς τους.

Ruiz Zambrano

Μια δεκαετία αργότερα, με την απόφασή του στην υπόθεση Ruiz Zambrano (2011), το Δικαστήριο εμβάθυνε περισσότερο στην έννοια της ιθαγένειας της Ένωσης.

Η υπόθεση αφορούσε δύο παιδιά που γεννήθηκαν στο Βέλγιο και είχαν τη βελγική υπηκοότητα. Οι γονείς τους ήταν Κολομβιανοί και κινδύνευαν να απελαθούν, πράγμα που θα σήμαινε ότι τα παιδιά θα αναγκάζονταν επίσης να εγκαταλείψουν το ενωσιακό έδαφος. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να απονέμουν δικαίωμα διαμονής και άδεια εργασίας σε γονείς από τρίτες χώρες οι οποίοι έχουν ανήλικα και οικονομικά εξαρτώμενα τέκνα που είναι υπήκοοι του κράτους μέλους υποδοχής. Ειδάλλως, είναι αδύνατον για τα τέκνα τους να απολαύουν πλήρως των δικαιωμάτων που απορρέουν από την ιθαγένεια της Ένωσης. Η υπόθεση αυτή ενίσχυσε την ιδέα ότι η ιθαγένεια της Ένωσης συνεπάγεται ορισμένα δικαιώματα όχι μόνο για το άτομο αλλά και για τα μέλη της οικογένειάς του.

Θεμελιώδη δικαιώματα

Internationale Handelsgesellschaft

Το Δικαστήριο ασχολήθηκε με το ζήτημα της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην υπόθεση Internationale Handelsgesellschaft (1970).

Μια γερμανική εταιρία, η Internationale Handelsgesellschaft, αμφισβήτησε τη νομιμότητα του ενωσιακού συστήματος αδειοδότησης εξαγωγών γεωργικών προϊόντων. Υποστήριξε ότι το ενωσιακό σύστημα αδειοδότησης παρεμπόδιζε την επιχειρηματική της ελευθερία όπως κατοχυρωνόταν συνταγματικά στη Γερμανία.

Το γερμανικό δικαστήριο το οποίο επιλήφθηκε της υπόθεσης ρώτησε το Δικαστήριο αν η Ένωση όφειλε να συμμορφωθεί με τους ισχύοντες εθνικούς κανόνες όσον αφορά τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Η απάντηση ήταν ότι ο σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τις γενικές αρχές του ενωσιακού δικαίου, των οποίων την τήρηση διασφαλίζει το Δικαστήριο.

Defrenne

Η ως άνω αρχή αναπτύχθηκε περαιτέρω στην υπόθεση Defrenne κατά SABENA (1976).

Μια αεροσυνοδός, η G. Defrenne, ενήγαγε τον πρώην εργοδότη της, τη βελγική αεροπορική εταιρία SABENA, ζητώντας αποζημίωση λόγω της άνισης μισθολογικής της μεταχείρισης σε σχέση με τους άνδρες-μέλη του πληρώματος που εκτελούσαν τα ίδια καθήκοντα. Το Δικαστήριο έκρινε ότι είναι δυνατή η επίκληση της αρχής της ίσης αμοιβής ανδρών και γυναικών σε υποθέσεις μεταξύ ιδιωτών και των εργοδοτών τους ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Συνεπώς, η G. Defrenne μπορούσε, στην υπόθεσή της εναντίον της αεροπορικής εταιρίας στην οποία εργαζόταν, να στηριχθεί στο ενωσιακό δίκαιο για να διεκδικήσει και να επιτύχει την ισότητα των φύλων στον εργασιακό χώρο.

Συμπέρασμα

Οι ιστορικές αυτές αποφάσεις του ΔΕΕ έχουν συνεισφέρει σημαντικά στην εξέλιξη του ενωσιακού δικαίου και στην προστασία των δικαιωμάτων των Ευρωπαίων πολιτών. Δείχνουν ότι οι έννοιες της δικαιοσύνης, της ισότητας και του κράτους δικαίου είναι συνυφασμένες με την ίδια την Ένωση και αποτελούσαν ανέκαθεν πυξίδα στη χάραξη του νομικού της τοπίου για τα κράτη μέλη και τους πολίτες της.