Αθλητισμός

Στον τομέα του αθλητισμού, το ΔΕΕ έχει αφήσει διαχρονικά το αποτύπωμά του στη διαμόρφωση του νομικού τοπίου. Έχει αποφανθεί επί ζητημάτων που αγγίζουν διαφορετικές πτυχές του αθλητισμού, όπως η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, το δίκαιο του ανταγωνισμού και οι ραδιοτηλεοπτικές μεταδόσεις. Μέσω της νομολογίας του σε υποθέσεις-ορόσημα, όπως εκείνη του ποδοσφαιριστή J. M. Bosman, έχει επηρεάσει καθοριστικά τον τρόπο οργάνωσης του αθλητισμού, μεταχείρισης των αθλητών και μετάδοσης των αθλητικών γεγονότων σε όλη την Ευρώπη.

Εισαγωγή

Ο αθλητισμός στην Ευρώπη είναι συχνά μια διασυνοριακή δραστηριότητα, αφού στις μεταγραφές των αθλητών, στη διοργάνωση των αγώνων και στις αθλητικές μεταδόσεις εμπλέκονται περισσότερες χώρες. Σε αρκετές περιπτώσεις, το ΔEE έχει κληθεί να αποσαφηνίσει πώς εφαρμόζεται το ενωσιακό δίκαιο σε διάφορες εκφάνσεις του αθλητισμού. Ορισμένα βασικά ερωτήματα στα οποία έχει απαντήσει είναι τα εξής:

  • Ποια είναι τα δικαιώματα των αθλητών ως εργαζομένων στο πλαίσιο της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων;
  • Συνάδουν με το ενωσιακό δίκαιο ανταγωνισμού οι εξουσίες των αθλητικών ομοσπονδιών, ιδίως όσον αφορά την έγκριση της διοργάνωσης όλων των διεθνών αγώνων;
  • Μπορούν να περιοριστούν τα αποκλειστικά δικαιώματα μετάδοσης ώστε να εξασφαλιστεί ότι το κοινό θα είναι σε θέση να παρακολουθεί ελεύθερα στην τηλεόραση τα σπουδαιότερα αθλητικά γεγονότα;

Ελεύθερη κυκλοφορία

Ίσως μια από τις πιο διάσημες δικαστικές υποθέσεις όλων των εποχών είναι η υπόθεση Bosman. Το όνομα «Bosman» έγινε πασίγνωστο στον αθλητικό κόσμο, καθώς έφτασε να δηλώνει μια εντελώς νέα κατηγορία μεταγραφών μεταξύ ποδοσφαιρικών συλλόγων. Πίσω όμως από την περίφημη απόφαση του Δικαστηρίου και τις νομολογιακές αρχές που καθιέρωσε, υπήρχε η ανθρώπινη ιστορία ενός αθλητή.

Ο Jean-Marc Bosman ήταν ποδοσφαιριστής του βελγικού συλλόγου RFC Liège. Όταν το συμβόλαιό του έληξε το 1990, θέλησε να αλλάξει ομάδα και να πάρει μεταγραφή στον γαλλικό σύλλογο Dunkerque. H μεταγραφή όμως «κόλλησε» επειδή η Dunkerque δεν ήταν διατεθειμένη να πληρώσει το ποσό που ζητούσε η Liège. Η Liège έθεσε τον J. M. Bosman υπό αναστολή και όλοι οι άλλοι ευρωπαϊκοί σύλλογοι τον έβαλαν στη μαύρη λίστα, με συνέπεια όχι μόνον το συμβόλαιό του να παραμείνει ανενεργό, αλλά και να μην μπορεί να υπογράψει συμβόλαιο με καμία άλλη ομάδα.

Κατόπιν προδικαστικής παραπομπής από βελγικό δικαστήριο, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι οικονομικοί κανόνες για τις μεταγραφές περιόριζαν την ελεύθερη κυκλοφορία των παικτών που επιθυμούσαν να αγωνιστούν σε άλλο κράτος μέλος, εμποδίζοντάς τους ή αποτρέποντάς τους από το να αφήσουν τον προηγούμενο σύλλογό τους ακόμη και μετά τη λήξη των συμβολαίων τους. Επιπλέον, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι στα ποδοσφαιρικά πρωταθλήματα των κρατών μελών δεν επιτρεπόταν να επιβληθούν όρια ως προς το πόσους παίκτες από άλλα κράτη μέλη μπορούσαν να χρησιμοποιούν οι σύλλογοι στις συνθέσεις των ομάδων για τους αγώνες τους. Η απόφαση Bosman εγκαινίασε την εποχή των ελεύθερων μεταγραφών, που έδωσε μεγάλη ώθηση στην κινητικότητα των ποδοσφαιριστών σε ολόκληρη την Ένωση (C-415/93 Bosman).

Ο αντίκτυπος της απόφασης Bosman ξεπέρασε τα όρια του ποδοσφαίρου και επεκτάθηκε επίσης σε άλλα αθλήματα, επηρεάζοντας το μπάσκετ, το χάντμπολ και το κρίκετ. Σε μεταγενέστερες υποθέσεις το Δικαστήριο ανέπτυξε περαιτέρω τις προαναφερθείσες αρχές, διαπιστώνοντας ότι έχουν εφαρμογή και σε ορισμένους αθλητές που δεν προέρχονται από κράτη μέλη. Ειδικότερα, εάν επρόκειτο για αθλητή από χώρα η οποία είχε συνάψει με την Ένωση συμφωνία που περιελάμβανε κανόνες για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, τότε ο αθλητής καλυπτόταν από τις ίδιες αρχές. Τέτοιες υποθέσεις ήταν, παραδείγματος χάριν, η υπόθεση Kolpak (C-438/00 Deutscher Handballbund), η οποία αφορούσε παίκτη του χάντμπολ από τη Σλοβακία προτού η χώρα αυτή γίνει κράτος μέλος, και η υπόθεση Simutenkov, με πρωταγωνιστή έναν Ρώσο ποδοσφαιριστή που αγωνιζόταν στην Ισπανία (C-265/03 Simutenkov).

Το 2008, το Δικαστήριο απάντησε σε προδικαστικό ερώτημα γαλλικού δικαστηρίου σχετικό με το συμβόλαιο ενός παίκτη της κατηγορίας των «ελπίδων». Ο Olivier Bernard είχε τέτοιο συμβόλαιο με τον ποδοσφαιρικό σύλλογο Olympique Lyonnais. Το συμβόλαιο τον δέσμευε να προπονείται με τον συγκεκριμένο σύλλογο καθ’ όλη τη διάρκεια της εκπαίδευσής του και να υπογράψει εκεί το πρώτο του επαγγελματικό συμβόλαιο, εφόσον ο σύλλογος τού το πρότεινε. Ωστόσο, ο Ο. Bernard υπέγραψε αντ' αυτού με τη Newcastle United μετά την ολοκλήρωση της περιόδου εκπαίδευσής του και η Olympique Lyonnais ζήτησε αποζημίωση. Το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι συμβόλαια όπως αυτό περιόριζαν όντως την ελεύθερη κυκλοφορία των παικτών. Δέχθηκε πάντως ότι οι ποδοσφαιρικοί σύλλογοι μπορούσαν νομίμως να αξιώσουν αποζημίωση εφόσον είχαν αναλάβει να εκπαιδεύσουν νεαρούς παίκτες που εν συνεχεία υπέγραφαν το πρώτο τους επαγγελματικό συμβόλαιο με σύλλογο άλλου κράτους μέλους, αρκεί το ύψος της αποζημίωσης να ήταν ανάλογο προς το πραγματικό κόστος της εκπαίδευσης του παίκτη (C-325/08 Olympique Lyonnais).

Το 2022, βελγικό δικαστήριο ζήτησε από το Δικαστήριο καθοδήγηση σε μια υπόθεση η οποία αφορούσε πρώην επαγγελματία ποδοσφαιριστή που ζούσε στη Γαλλία και είχε αμφισβητήσει τη νομιμότητα ορισμένων κανόνων της FIFA αναφορικά με τις μεταγραφές παικτών. Συγκεκριμένα, ο αθλητής είχε ισχυριστεί ότι, λόγω των κανόνων αυτών, δεν είχε μπορέσει να υπογράψει συμβόλαιο με βελγικό ποδοσφαιρικό σύλλογο ώστε να αγωνιστεί εκεί. Σύμφωνα με τους επίμαχους κανόνες, αν ένας παίκτης τερμάτιζε το συμβόλαιό του πρόωρα και χωρίς «εύλογη αιτία», τόσο ο ίδιος όσο και η νέα του ομάδα έπρεπε να αποζημιώσουν την προηγούμενη ομάδα του. Ήταν ακόμη πιθανόν η νέα ομάδα να υποστεί κυρώσεις και άλλες δυσμενείς συνέπειες, όπως προσωρινή απαγόρευση μεταγραφών και καθυστερήσεις στην έκδοση διεθνών πιστοποιητικών μεταγραφών. Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι κανόνες της FIFA ήταν αντίθετοι προς το ενωσιακό δίκαιο, επειδή εμπόδιζαν την ελεύθερη κυκλοφορία των επαγγελματιών ποδοσφαιριστών που ήθελαν να βελτιωθούν στο άθλημά τους αλλάζοντας σύλλογο (C-650/22 FIFA).

Αθλητικές ομοσπονδίες και δίκαιο ανταγωνισμού

Σε δύο αποφάσεις που εξέδωσε στα τέλη του 2023, το Δικαστήριο εξέτασε την αλληλεπίδραση μεταξύ του δικαίου του ανταγωνισμού και της ρύθμισης του αθλητισμού. Το δίκαιο ανταγωνισμού απαγορεύει, κατ’ αρχήν, την κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης σε οποιαδήποτε αγορά. Στον αθλητισμό όμως συμβαίνει συχνά ένας και μόνον οργανισμός να θέτει τους κανόνες και να αναλαμβάνει πλήρως την οργάνωση του εκάστοτε αθλήματος.

Η πρώτη υπόθεση αφορούσε τη Διεθνή Ένωση Παγοδρομίας (ISU), η οποία εγκρίνει όλους τους διεθνείς αγώνες καλλιτεχνικού πατινάζ και ταχύτητας στον πάγο. Η ISU έχει την εξουσία να επιβάλει αποκλεισμό από όλους τους αγώνες σε αθλητές που λαμβάνουν μέρος σε εκδηλώσεις μη εγκεκριμένες από την ίδια (C-124/21 P International Skating Union κατά Επιτροπής).

Η δεύτερη διαφορά προέκυψε από την αντίδραση της FIFA και της UEFA στην ευρωπαϊκή Superleague, καθώς σύλλογοι και παίκτες απειλήθηκαν με κυρώσεις σε περίπτωση συμμετοχής τους σε αυτήν (C-333/21 European Superleague Company).

Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, το Δικαστήριο έκρινε ότι τέτοιου είδους ρυθμίσεις είναι παράνομες. Ειδικότερα, δεν υπήρχε κανένα πλαίσιο που να διασφαλίζει ότι η FIFA, η UEFA και η ISU λειτουργούν με διαφάνεια, αντικειμενικότητα, αμεροληψία και αναλογικότητα κατά την άσκηση των εξουσιών τους. Κατά συνέπεια, ετίθετο ζήτημα παρεμπόδισης του ελεύθερου ανταγωνισμού στην ενωσιακή αγορά. Το Δικαστήριο προσέθεσε ότι οι ρυθμίσεις ήταν επιζήμιες για τους παίκτες και τους αθλητές, στον βαθμό που τους απαγόρευαν να συμμετάσχουν σε νέες και καινοτόμες διοργανώσεις. Πέραν τούτου, έβλαπταν τα συμφέροντα των μέσων μαζικής ενημέρωσης και των θεατών, αφού τους στερούσαν τη δυνατότητα να προβάλλουν και να παρακολουθούν, αντίστοιχα, περισσότερες διοργανώσεις.

Εξάλλου, το 2021, βελγικό δικαστήριο είχε υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα ως προς τους κανόνες στελέχωσης των ομάδων με ποδοσφαιριστές από τα φυτώρια συλλόγων της χώρας. Η λογική των κανόνων αυτών είναι ότι προάγουν την ανάπτυξη τοπικών ταλέντων. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι τέτοιοι κανόνες ενδέχεται να αντιβαίνουν στο ενωσιακό δίκαιο ανταγωνισμού, εφόσον περιορίζουν την ικανότητα των συλλόγων να ανταγωνίζονται μεταξύ τους αποκτώντας ταλαντούχους παίκτες ανεξαρτήτως αν προέρχονται από τα φυτώρια συλλόγων της χώρας. Επίσης, παρόμοιοι κανόνες είναι πιθανόν να εισάγουν έμμεση διάκριση εις βάρος των παικτών που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη. Εν τέλει, το βελγικό δικαστήριο ήταν αρμόδιο να αποφανθεί αν οι κανόνες δικαιολογούνταν με το σκεπτικό ότι είναι σκόπιμο να ενισχύεται το τοπικό στοιχείο στο πλαίσιο της πρόσληψης και της εκπαίδευσης νεαρών επαγγελματιών για τη στελέχωση των ποδοσφαιρικών ομάδων (C-680/21 Royal Antwerp Football Club).

Αθλητικές μεταδόσεις

Οι κάτοχοι των δικαιωμάτων επί των αθλητικών εκδηλώσεων είναι, κατ’ αρχήν, ελεύθεροι να πωλούν τα δικαιώματα μετάδοσης σε όποιον επιθυμούν. Ωστόσο, βάσει του ενωσιακού δικαίου, τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να ορίζουν ότι κάποια γεγονότα «μείζονος σημασίας για την κοινωνία» πρέπει να μεταδίδονται οπωσδήποτε από κανάλια ελεύθερης λήψης. Έτσι όμως περιορίζεται το οικονομικό αντίκρισμα για τους κατόχους των δικαιωμάτων. Στο Ηνωμένο Βασίλειο και στο Βέλγιο όλοι οι αγώνες του Παγκοσμίου Κυπέλλου Ποδοσφαίρου χαρακτηρίζονται ως αθλητικά γεγονότα «μείζονος σημασίας», πράγμα που, στο Ηνωμένο Βασίλειο, ισχύει και για όλους τους αγώνες του Eυρωπαϊκού Πρωταθλήματος Ποδοσφαίρου (EURO). Η FIFA και η UEFA ισχυρίστηκαν ότι πολλοί από τους αγώνες δεν είναι μείζονος σημασίας για τις συγκεκριμένες χώρες. Για παράδειγμα, οι αγώνες των ομίλων που δεν περιλαμβάνουν τις ομάδες του Ηνωμένου Βασιλείου και του Βελγίου δεν θα πρέπει να θεωρούνται σημαντικοί. Το Γενικό Δικαστήριο συμφώνησε με την αντίθετη άποψη, την οποία υποστήριξαν το Ηνωμένο Βασίλειο και το Βέλγιο. Αναγνώρισε ότι τα κράτη μέλη δικαιούνται να χαρακτηρίσουν όλους τους αγώνες αυτών των διοργανώσεων ως γεγονότα μείζονος σημασίας για την κοινωνία. Σημείωσε δε ότι ακόμη και αγώνες «μικρότερου ενδιαφέροντος» μπορούν να επηρεάσουν την πορεία των εθνικών ομάδων και την έκβαση της διοργάνωσης συνολικά. Παρότι η προβολή των αγώνων αυτών σε κανάλια ελεύθερης λήψης συνεπάγεται περιορισμό των αποκλειστικών δικαιωμάτων μετάδοσης της FIFA και της UEFA, το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε ότι ο περιορισμός είναι δυνατόν να δικαιολογηθεί από την ανάγκη προστασίας του δικαιώματος του κοινού στην πληροφόρηση και από την ανάγκη κατοχύρωσης ελεύθερης πρόσβασης σε γεγονότα κοινωνικής σημασίας (T-385/07, T-55/08, T-68/08 FIFA και UEFA κατά Επιτροπής).

Το 2008, στο πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής από βρετανικό δικαστήριο, το Δικαστήριο ασχολήθηκε με τον τρόπο πώλησης των δικαιωμάτων μετάδοσης των αγώνων της αγγλικής Premier League. Ειδικότερα, κάθε ραδιοτηλεοπτικός φορέας αγόραζε τα δικαιώματα προβολής των αγώνων αποκλειστικά για μια συγκεκριμένη περιοχή. Αυτό σήμαινε ότι οι τηλεθεατές είχαν τη δυνατότητα να παρακολουθούν μόνον τους αγώνες της Premier League που προβάλλονταν από τους ραδιοτηλεοπτικούς φορείς του αντίστοιχου κράτους μέλους όπου ζούσαν. Ορισμένες παμπ στο Ηνωμένο Βασίλειο αγόραζαν από την Ελλάδα κάρτες αποκωδικοποιητών μέσω των οποίων μπορούσαν να έχουν πρόσβαση στους αγώνες της Premier League και να τους προβάλλουν δημόσια. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι είναι αντίθετο προς το ενωσιακό δίκαιο κάθε σύστημα το οποίο παρέχει στους ραδιοτηλεοπτικούς φορείς αποκλειστικά δικαιώματα εντός ενός κράτους μέλους και αποκλείει την παρακολούθηση των εκπομπών με κάρτα αποκωδικοποίησης σε άλλα κράτη μέλη. Έκρινε πάντως ότι, για την προβολή αγώνων σε δημόσιους χώρους όπως οι παμπ, απαιτείται άδεια εάν η μετάδοση περιλαμβάνει στοιχεία που προστατεύονται με πνευματικά δικαιώματα, όπως το εισαγωγικό θέμα της εκπομπής ή η μουσική (C-403/08 και C-429/08 Football Association Premier League κ.λπ., Murphy).

Σε μια άλλη υπόθεση, το Δικαστήριο κλήθηκε να εξετάσει το ζήτημα της χρήσης σύντομων αποσπασμάτων αθλητικών εκδηλώσεων σε ειδησεογραφικά προγράμματα. Σύμφωνα με τους ενωσιακούς κανόνες, πρέπει να επιτρέπεται στους ραδιοτηλεοπτικοί φορείς να προβάλλουν βίντεο σε σύντομες επισκοπήσεις της επικαιρότητας όσον αφορά γεγονότα δημόσιου ενδιαφέροντος, ακόμη και αν τα γεγονότα καλύπτονται από αποκλειστικά δικαιώματα μετάδοσης. Το αντίτιμο το οποίο μπορεί να ζητηθεί από τον ειδησεογραφικό οργανισμό πρέπει να περιορίζεται στο τεχνικό κόστος για την πρόσβαση στο σήμα. Η Sky Österreich, η οποία κατείχε αποκλειστικά δικαιώματα για ορισμένα αθλητικά γεγονότα, ισχυρίστηκε ότι έτσι δεν λαμβάνονται υπόψη γενικότερα έξοδα που συνδέονται με την εξασφάλιση των δικαιωμάτων και με την παραγωγή. Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε, εντούτοις, ότι η αμοιβή για την πρόσβαση σε μεταδόσεις πρέπει όντως να περιορίζεται στο τεχνικό κόστος που συνδέεται άμεσα με την παροχή του σήματος. Πρόκειται για περιορισμό ο οποίος προστατεύει το θεμελιώδες δικαίωμα των πολιτών στην πληροφόρηση και κατοχυρώνει την πρόσβαση του κοινού σε βασικές πληροφορίες για σημαντικά γεγονότα όπως οι ποδοσφαιρικοί αγώνες, ανεξάρτητα από τυχόν συμφωνίες αποκλειστικότητας (C-283/11 Sky Österreich).

Συμπέρασμα

Με τις αποφάσεις για τις οποίες έγινε λόγος, το ΔΕΕ έχει εδραιώσει το δικαίωμα όλων στην ελεύθερη κυκλοφορία, όπως επίσης και την προστασία που παρέχουν οι ενωσιακοί κανόνες ανταγωνισμού, αναγνωρίζοντας παράλληλα την ιδιαίτερη θέση του αθλητισμού στην κοινωνία μας.