Δικαιώματα των σπουδαστών
Πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, οικονομική στήριξη για σπουδές στο εξωτερικό, προσδιορισμός της χώρας της οποίας οι κανόνες έχουν εφαρμογή ως προς τη χρηματοδότηση των σπουδών όταν πρόκειται για τέκνα μεθοριακών εργαζομένων: το ΔΕΕ έχει εκδώσει πλήθος αποφάσεων για όλα τα παραπάνω ζητήματα. Μέσω της νομολογίας του, έχει συμβάλει στην επίλυση προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι νέοι όταν ταξιδεύουν εντός της Ένωσης για σπουδές, εξασφαλίζοντάς τους δίκαιη μεταχείριση όσον αφορά την πρόσβαση στην εκπαίδευση.
Τα δικαιώματα των σπουδαστών
Λόγω της διαρκώς αυξανόμενης συμμετοχής νέων φοιτητών σε διασυνοριακά εκπαιδευτικά προγράμματα όπως το Erasmus+, το Δικαστήριο έχει κληθεί επανειλημμένα να κρίνει υποθέσεις σχετικές με τα δικαιώματα των σπουδαστών. Στο πλαίσιο αυτό, έχει απαντήσει σε βασικά ερωτήματα όπως:
- Υπάρχει δυσμενής διάκριση όταν περιορίζεται η πρόσβαση των φοιτητών σε πανεπιστήμια άλλων κρατών μελών;
- Μπορεί ένα κράτος μέλος να αρνηθεί να χορηγήσει ορισμένα επιδόματα σε φοιτητές από άλλα κράτη μέλη;
- Έχουν τα τέκνα μεθοριακών εργαζομένων δικαιώματα στο κράτος μέλος όπου εργάζονται οι γονείς τους;
- Επιτρέπεται να υπόκεινται οι διεθνείς φοιτητές σε πρόσθετες απαιτήσεις όταν έρχονται σε κράτος μέλος για σπουδές;
Πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση
Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, η Επιτροπή έλαβε μέτρα κατά του Βελγίου και της Αυστρίας επειδή δυσκόλευαν την πρόσβαση των φοιτητών από άλλα κράτη μέλη στα πανεπιστήμιά τους. Στις χώρες αυτές, οι εγγραφές φοιτητών από άλλα, ιδίως ομόγλωσσα, κράτη μέλη είχαν αυξηθεί πολύ. Οι αλλοδαποί φοιτητές καλούνταν λοιπόν να αποδείξουν ότι όχι μόνο πληρούσαν τα κριτήρια για εισαγωγή στο πανεπιστήμιο του Βελγίου ή της Αυστρίας, αλλά και τα κριτήρια εισαγωγής στο αντίστοιχο πρόγραμμα σπουδών στη δική τους χώρα. Με αποφάσεις που εξέδωσε το 2004 (C-65/03 Επιτροπή κατά Βελγίου) και το 2005 (C-147/03 Επιτροπή κατά Αυστρίας), το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι αμφότερα τα κράτη μέλη είχαν παραβιάσει το ενωσιακό δίκαιο. Προσέθεσε δε ότι η δυσμενής διάκριση θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μόνο εάν ήταν σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας και δεν στόχευε τους υπηκόους άλλων κρατών μελών.
Τέτοιο παράδειγμα δικαιολόγησης δόθηκε από τη νομολογία λίγα χρόνια αργότερα, όταν βελγικό δικαστήριο ζήτησε από το Δικαστήριο καθοδήγηση σε σχέση με έναν κανόνα τον οποίο είχε θεσπίσει η Γαλλική Κοινότητα του Βελγίου. Βάσει του επίμαχου κανόνα, σε ορισμένα προγράμματα σπουδών ιατρικών πανεπιστημιακών σχολών μπορούσε να εγγραφεί περιορισμένος μόνον αριθμός φοιτητών από άλλα κράτη μέλη. Το Δικαστήριο έκρινε ότι, αν και αυτού του είδους ο περιορισμός δημιουργούσε έμμεση διάκριση εις βάρος κάποιων φοιτητών λόγω ιθαγένειας, ήταν δυνατόν να δικαιολογηθεί εφόσον το κράτος μέλος επικαλούνταν την ανάγκη προστασίας της δημόσιας υγείας. Το Δικαστήριο διευκρίνισε στο βελγικό δικαστήριο ότι όφειλε εν συνεχεία να εκτιμήσει κατά πόσον ο περιορισμός ήταν όντως ικανός να επιφέρει αύξηση του αριθμού των πτυχιούχων που θα ήταν διατεθειμένοι να παρέχουν ιατρικές υπηρεσίες εντός της Γαλλικής Κοινότητας του Βελγίου, ή εάν λιγότερο περιοριστικά μέτρα θα μπορούσαν να επιτύχουν τον ίδιο στόχο (C-73/08 Bressol κ.λπ.).
Χρηματοδότηση των σπουδών και φοιτητικά επιδόματα
O D. Bidar ήταν Γάλλος φοιτητής ο οποίος είχε ζήσει ως έφηβος επί μια τριετία στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου τελείωσε και το λύκειο. Στη συνέχεια πήγε να σπουδάσει στο University College του Λονδίνου. Η αίτησή του για φοιτητικό δάνειο απορρίφθηκε, καθώς θεωρήθηκε ότι δεν ήταν «εγκατεστημένος» στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το 2005, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι δεν επιτρέπεται σε κράτος μέλος να αρνηθεί τη χορήγηση επιδοτούμενων δανείων ή υποτροφιών σε φοιτητές που διαμένουν νομίμως στο έδαφός του. Ωστόσο μπορούν να επιβληθούν προϋποθέσεις, προκειμένου να μη γίνει υπερβολικά επαχθής για την οικονομία του κράτους η επιβάρυνση από τους αλλοδαπούς φοιτητές. Μια τέτοια προϋπόθεση θα ήταν, παραδείγματος χάριν, να έχει διαμείνει ο φοιτητής στη χώρα για ορισμένο χρονικό διάστημα πριν από τις σπουδές του. Κάτι τέτοιο θα αποτελούσε ένδειξη ενός ελάχιστου επιπέδου ενσωμάτωσής του στην κοινωνία του κράτους μέλους. Εντούτοις, δεδομένου ότι εκείνη την εποχή ήταν αδύνατο για έναν αλλοδαπό φοιτητή να χαρακτηριστεί «εγκατεστημένος» στο Ηνωμένο Βασίλειο ενόσω πραγματοποιούσε τις σπουδές του, ο κανόνας του εθνικού δικαίου δεν συμβιβαζόταν με το ενωσιακό δίκαιο (C-209/03 Bidar).
Σε μια απόφαση που εκδόθηκε το 2008 και αφορούσε Γερμανίδα φοιτήτρια η οποία έπαψε να λαμβάνει υποτροφία στις Κάτω Χώρες για την κάλυψη των δαπανών διαβίωσής της εκεί, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι ήταν κατάλληλη και νόμιμη η απαίτηση να έχουν διαμείνει οι φοιτητές επί μια πενταετία στη χώρα πριν από την έναρξη των σπουδών τους (C-158/07 Förster).
Λίγα χρόνια αργότερα, η Επιτροπή άσκησε προσφυγή κατά της Αυστρίας, λόγω εθνικής νομοθεσίας της που είχε ως αποτέλεσμα οι Αυστριακοί σπουδαστές να πληρώνουν λιγότερο στα μέσα μαζικής μεταφοράς. Ειδικότερα, παρέχονταν φτηνότερα εισιτήρια στους σπουδαστές των οποίων οι γονείς εισέπρατταν οικογενειακά επιδόματα στην Αυστρία, μια απαίτηση που πληρούνταν πολύ ευκολότερα από τους ημεδαπούς. Το Δικαστήριο έκρινε ότι αυτό ισοδυναμούσε με δυσμενή διάκριση (C-75/11 Επιτροπή κατά Αυστρίας).
Το 2011, δύο γερμανικά δικαστήρια υπέβαλαν στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα για το ίδιο θέμα. Γερμανοί φοιτητές είχαν ζητήσει τα επιδόματα που χορηγούσε η Γερμανία για την πραγματοποίηση κύκλου σπουδών στο εξωτερικό, αλλά οι αιτήσεις τους απορρίφθηκαν επειδή δεν μπορούσαν να αποδείξουν ότι είχαν διαμείνει στη Γερμανία την αμέσως προηγούμενη τριετία. Αμφότεροι είχαν γεννηθεί στη Γερμανία, είχαν ζήσει στο εξωτερικό για αρκετά χρόνια με τους γονείς τους και επέστρεψαν στη Γερμανία λίγα χρόνια πριν από τις σπουδές τους. Όμως ο ένας είχε επιστρέψει στη Γερμανία μόλις 2 χρόνια και 8 μήνες πριν, ενώ ο άλλος αδυνατούσε να αποδείξει ότι είχε διαμείνει στη Γερμανία τα τελευταία τρία έτη. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το να εξαρτάται, κατ’ αυτόν τον τρόπο, η χρηματοδότηση των σπουδών από μία και μοναδική προϋπόθεση παρεμπόδιζε την ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών της Ένωσης. Η συνέπεια ήταν ότι αποκλείονταν άδικα φοιτητές που, μολονότι δεν πληρούσαν την προϋπόθεση, είχαν ισχυρούς κοινωνικούς και οικονομικούς δεσμούς με τη γερμανική κοινωνία (C-523/11 Prinz).
Τέκνα μεθοριακών εργαζομένων
Ενώ οι απαιτήσεις διαμονής μπορεί να είναι χρήσιμες στο πλαίσιο της επιλεξιμότητας για χρηματοδότηση των σπουδών, ενδέχεται να έχουν αρνητικό αντίκτυπο όσον αφορά τα τέκνα μεθοριακών εργαζομένων. Πρόκειται για νέους που ζουν σε ένα κράτος μέλος, αλλά οι γονείς τους διασχίζουν τα εθνικά σύνορα για να εργαστούν σε άλλο κράτος μέλος, όπου καταβάλλουν και εισφορές κοινωνικής ασφάλισης.
Το 2009, η Επιτροπή άσκησε προσφυγή κατά των Κάτω Χωρών διότι μόνον οι σπουδαστές που διέμεναν εκεί για τουλάχιστον τρία από τα έξι προηγούμενα έτη ήταν επιλέξιμοι για χρηματοδότηση των σπουδών τους στο εξωτερικό. Κατά το Δικαστήριο, η εν λόγω απαίτηση διαμονής ήταν ιδιαίτερα περιοριστική και ισοδυναμούσε με έμμεση διάκριση (C-542/09 Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών).
Μερικά χρόνια αργότερα, ένα δικαστήριο του Λουξεμβούργου ρώτησε το Δικαστήριο αν επιτρέπεται σε κράτος μέλος να αρνείται συστηματικά τη χορήγηση υποτροφιών στα τέκνα μεθοριακών εργαζομένων. Το Δικαστήριο απάντησε ότι κάτι τέτοιο συνιστά έμμεση διάκριση. Για να αποφευχθούν πάντως οι πρακτικές τύπου «forum shopping» στη χρηματοδότηση των σπουδών, το Δικαστήριο έκρινε ότι η χορήγηση υποτροφιών μπορεί να εξαρτηθεί από την προϋπόθεση να έχει εργαστεί ο γονέας στο κράτος μέλος για ορισμένο ελάχιστο χρονικό διάστημα (C-20/12 Giersch κ.λπ.).
Διεθνείς φοιτητές
Το 2013, ένα γερμανικό δικαστήριο απευθύνθηκε στο Δικαστήριο αναφορικά με την υπόθεση νεαρού Τυνήσιου του οποίου η αίτηση για γερμανική φοιτητική βίζα απορρίφθηκε επανειλημμένα, παρότι ο ίδιος πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις εισδοχής ως υπήκοος τρίτης χώρας και δεν αποτελούσε απειλή για τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή τη δημόσια υγεία. Το Δικαστήριο κατέστησε σαφές ότι τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να δέχονται τους υπηκόους τρίτων χωρών που επιθυμούν να παραμείνουν για διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών προκειμένου να σπουδάσουν, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις εισδοχής οι οποίες προβλέπονται σε ενωσιακό επίπεδο. Η επιβολή πρόσθετων απαιτήσεων θα υπονόμευε τις προσπάθειες της Ένωσης να ενισχύσει την κινητικότητα των διεθνών φοιτητών και να καθιερωθεί ως παγκόσμιο κέντρο εκπαίδευσης (C-491/13 Mohamed Ali Ben Alaya κατά Γερμανίας).
Συμπέρασμα
Όλες αυτές οι αποφάσεις είναι ενδεικτικές της δέσμευσης του Δικαστηρίου να προστατεύει τα δικαιώματα των νέων και να προάγει την κινητικότητα των σπουδαστών σε ολόκληρη την Ένωση.
