Γενικό Δικαστήριο – τα βήματα της διαδικασίας

Ο Οργανισμός του ΔEE και ο Κανονισμός Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου ορίζουν πώς εκδικάζονται οι υποθέσεις από το Γενικό Δικαστήριο.

Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου χωρίζεται σε δύο βασικά μέρη, τα οποία είναι γνωστά ως έγγραφη διαδικασία και προφορική διαδικασία.

Στο στάδιο της έγγραφης διαδικασίας οι διάδικοι ανταλλάσσουν γραπτώς επιχειρήματα και παρατηρήσεις. Το στάδιο της προφορικής διαδικασίας περιλαμβάνει, κατά κανόνα, επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ενώ στις προδικαστικές υποθέσεις περιλαμβάνει την ανάπτυξη προτάσεων γενικού εισαγγελέα, όποτε αυτή κρίνεται απαραίτητη. Οι υποθέσεις περατώνονται συνήθως με την έκδοση απόφασης. Μπορεί όμως, αντί απόφασης, να εκδοθεί διάταξη. Τόσο οι επ’ ακροατηρίου συζητήσεις όσο και οι συνεδριάσεις για την απαγγελία των αποφάσεων είναι δημόσιες. Σε ορισμένες περιπτώσεις αποφάσεων και προτάσεων γίνεται μετάδοση της αντίστοιχης συνεδρίασης μέσω streaming στον ιστότοπο του ΔΕΕ.

Κατά μέσο όρο, η όλη διαδικασία διαρκεί περίπου 20 μήνες από την αρχή έως το τέλος της δίκης.

Ο Οργανισμός του ΔEE, ο Κανονισμός Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου και τα επίσημα έγγραφα

Ο Οργανισμός του ΔEE θέτει τις βασικές αρχές που διέπουν τη διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Λεπτομερέστεροι κανόνες προβλέπονται στον Κανονισμό Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου και στις Διατάξεις για τη ρύθμιση πρακτικών ζητημάτων σχετικών με την εκτέλεσή του. Οι κανόνες αυτοί συμπληρώνονται και από άλλα επίσημα έγγραφα και αποφάσεις.

Μπορείτε να βρείτε όλα τα σχετικά κείμενα στη σελίδα μας για τις διαδικαστικές ρυθμίσεις.

Ακολουθεί ένας σύντομος οδηγός με τα βήματα της διαδικασίας. Εάν σκοπεύετε να προσφύγετε στο Γενικό Δικαστήριο, παρακαλείστε να διαβάσετε προσεκτικά τις διαδικαστικές ρυθμίσεις.

Έναρξη της δίκης

Η δίκη αρχίζει με την κατάθεση του εισαγωγικού δικογράφου στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου. Η υπηρεσία αυτή αποτελεί το σημείο επαφής για τους διαδίκους και τους εθνικούς δικαστές και είναι υπεύθυνη για τη διαδικαστική διαχείριση των φακέλων των υποθέσεων.

Τα δικόγραφα κατατίθενται από τον δικηγόρο του προσφεύγοντος. Ο δικηγόρος πρέπει να έχει ικανότητα παράστασης ενώπιον των δικαστηρίων κράτους μέλους της Ένωσης ή του ΕΟΧ.

Το Δικαστήριο διαβιβάζει στο Γενικό Δικαστήριο τις προδικαστικές εκείνες υποθέσεις που εμπίπτουν στη δική του αρμοδιότητα. Όλες οι αιτήσεις προδικαστικής απόφασης απευθύνονται όμως, σε πρώτη φάση, στο Δικαστήριο.

Η γλώσσα διαδικασίας

Πολύ σημαντική για την εκδίκαση κάθε υπόθεσης είναι η γλώσσα διαδικασίας.

Η δυνατότητα του προσφεύγοντος να επιλέξει για την υπόθεσή του τη γλώσσα που κατανοεί καλύτερα και, εν συνεχεία, να διαβάσει την απόφαση στην ίδια γλώσσα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις αρχές της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου.

Συνεπώς, στο Γενικό Δικαστήριο συνυπάρχουν ισότιμα και οι 24 επίσημες γλώσσες της Ένωσης. Οποιαδήποτε μπορεί να είναι γλώσσα διαδικασίας για τις ανάγκες μιας υπόθεσης και όλη η επικοινωνία με τους διαδίκους γίνεται στη γλώσσα διαδικασίας.

Η γλώσσα αυτή καθορίζεται όταν η υπόθεση φτάνει στο Δικαστήριο.

Στις ευθείες προσφυγές, είναι η γλώσσα της επιλογής του προσφεύγοντος. Εάν η προσφυγή στρέφεται κατά κράτους μέλους (καθού η προσφυγή), γλώσσα διαδικασίας πρέπει να είναι μία από τις επίσημες γλώσσες του συγκεκριμένου κράτους.

Στις υποθέσεις διανοητικής ιδιοκτησίας, ο προσφεύγων μπορεί να επιλέξει ποια θα είναι η γλώσσα διαδικασίας. Ωστόσο, εάν είναι διαφορετική από τη γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε ενώπιον του τμήματος προσφυγών του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO), οι διάδικοι ενώπιον του τμήματος προσφυγών έχουν τη δυνατότητα να προβάλουν αντιρρήσεις. Στη συνέχεια, μπορούν να ζητήσουν αλλαγή της γλώσσας διαδικασίας, ώστε να είναι ίδια με εκείνη που χρησιμοποιήθηκε ενώπιον του τμήματος προσφυγών.

Στις προδικαστικές παραπομπές, γλώσσα διαδικασίας είναι η γλώσσα του εθνικού δικαστηρίου που υποβάλλει τα ερωτήματα.

Δεν υπάρχει στον κόσμο άλλο δικαστήριο στο οποίο να χρησιμοποιούνται τόσες πολλές γλώσσες όσες στο ΔΕΕ.

Τα πρώτα βήματα και η έγγραφη διαδικασία

Ευθείες προσφυγές

Μόλις κατατεθεί το δικόγραφο, η Γραμματεία συντάσσει μια ανακοίνωση στην οποία εκτίθενται περιληπτικά οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος. Η ανακοίνωση μεταφράζεται στις υπόλοιπες 23 επίσημες γλώσσες της Ένωσης και δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στη νομολογιακή βάση δεδομένων του ιστοτόπου του ΔΕΕ.

Το πλήρες δικόγραφο επιδίδεται στον αντίδικο ή τους αντιδίκους. Εκείνοι έχουν στη διάθεσή τους δύο μήνες και δέκα ημέρες για να καταθέσουν υπόμνημα αντίκρουσης.

Οποιοδήποτε πρόσωπο θεμελιώνει έννομο συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης μπορεί να ζητήσει να παρέμβει. Η παρέμβαση γίνεται υπέρ του ενός ή του άλλου διαδίκου. Δεν είναι δυνατή η υποβολή γενικών παρατηρήσεων. Πρέπει υποχρεωτικά να κατατεθεί αίτηση παρέμβασης, στην οποία οι διάδικοι της υπόθεσης έχουν δικαίωμα να απαντήσουν.

Στις υποθέσεις διανοητικής ιδιοκτησίας, υπάρχει μόνο ένας γύρος γραπτής επιχειρηματολογίας. Σε άλλες υποθέσεις, ενδέχεται να ακολουθήσει και δεύτερος γύρος γραπτής επιχειρηματολογίας, υπό τη μορφή των υπομνημάτων απάντησης και ανταπάντησης. Το υπόμνημα απάντησης έρχεται σε συνέχεια του υπομνήματος αντίκρουσης. Ο κύκλος κλείνει με το υπόμνημα ανταπάντησης.

Τα υπομνήματα δεν είναι, κατ’ αρχήν, διαθέσιμα στο κοινό.

Προδικαστικές παραπομπές

Κατ’ αρχάς, η μεταφραστική υπηρεσία του ΔΕΕ μεταφράζει την αίτηση του εθνικού δικαστηρίου για την έκδοση προδικαστικής απόφασης. Έπειτα, η Γραμματεία την κοινοποιεί επισήμως στους διαδίκους της δίκης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου. Αποστέλλεται επίσης αντίγραφο στα κράτη μέλη και στα ενωσιακά θεσμικά όργανα.

Η αίτηση προδικαστικής απόφασης δημοσιοποιείται στη νομολογιακή βάση δεδομένων του ιστοτόπου του ΔΕΕ.

Σχετική ανακοίνωση δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Οι διάδικοι της δίκης ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, τα κράτη μέλη, η Επιτροπή και άλλα θεσμικά όργανα που θεωρούν ότι έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την υπόθεση μπορούν στη συνέχεια να υποβάλουν παρατηρήσεις στο Γενικό Δικαστήριο. Οι παρατηρήσεις τους δεν αποτελούν, ακόμη σε αυτό το στάδιο, δημόσια έγγραφα. Μετά την περάτωση της δίκης, οι παρατηρήσεις δημοσιοποιούνται στη νομολογιακή βάση δεδομένων του ιστοτόπου του ΔΕΕ, εάν δεν διατυπώσει αντιρρήσεις ο συντάκτης τους.

Ανάθεση σε τμήμα και ορισμός εισηγητή δικαστή

Ταυτόχρονα, ο Πρόεδρος αναθέτει την υπόθεση σε τμήμα, βάσει μιας σειράς κριτηρίων. Οι υποθέσεις διανοητικής ιδιοκτησίας και οι υπαλληλικές υποθέσεις ανατίθενται στα αντίστοιχα εξειδικευμένα τμήματα. Ορίζεται παράλληλα εισηγητής δικαστής. Πρόκειται για το μέλος του δικαστικού σχηματισμού το οποίο θα έχει την πιο στενή εποπτεία της υπόθεσης και θα συντάξει το σχέδιο απόφασης.

Οι προδικαστικές υποθέσεις που διαβιβάζονται από το Δικαστήριο στο Γενικό Δικαστήριο ανατίθενται σε ένα από τα δύο αρμόδια εξειδικευμένα τμήματα  και εκδικάζονται πάντοτε από πενταμελή σύνθεση. Οι προτάσεις για την εκάστοτε υπόθεση του ενός εξειδικευμένου τμήματος συντάσσονται από τον γενικό εισαγγελέα του άλλου.

Προκαταρκτική έκθεση

Με την ολοκλήρωση της έγγραφης διαδικασίας, ζητείται από τους διαδίκους να δηλώσουν αν επιθυμούν να διεξαχθεί επ’ ακροατηρίου συζήτηση.

Ο εισηγητής δικαστής συντάσσει προκαταρκτική έκθεση, όπου συνοψίζει τα πραγματικά περιστατικά και τα επιχειρήματα όλων των μετεχόντων στη διαδικασία, προχωρώντας σε μια πρώτη ανάλυση των ζητημάτων που εγείρει η υπόθεση. Το έγγραφο αυτό δεν είναι δημόσιο.

Με βάση την προκαταρκτική έκθεση, το τμήμα στο οποίο έχει ανατεθεί η υπόθεση αποφασίζει αν θα την εκδικάσει κανονικά με τριμελή σύνθεση. Εάν προτείνει παραπομπή της σε μεγαλύτερο τμήμα, τον τελευταίο λόγο επ’ αυτού τον έχει η διοικητική ολομέλεια του Γενικού Δικαστηρίου. Το αρμόδιο τμήμα κρίνει επίσης κατά πόσον είναι απαραίτητη η διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζήτησης.

Σε περίπτωση που αποφασιστεί ότι όντως πρέπει να πραγματοποιηθεί επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο πρόεδρος του τμήματος καθορίζει την ημερομηνία και οι διάδικοι ενημερώνονται σχετικά.

Μέτρα οργάνωσης της διαδικασίας και μέτρα διεξαγωγής αποδείξεων

Το Γενικό Δικαστήριο καλείται ακόμη να εκτιμήσει αν χρειάζεται περαιτέρω πληροφορίες πριν συνεχιστεί η εκδίκαση της υπόθεσης. Στο πλαίσιο αυτό, μπορεί να λάβει τα λεγόμενα «μέτρα οργάνωσης της διαδικασίας και μέτρα διεξαγωγής αποδείξεων». Συνηθέστερα ζητείται από τους διαδίκους να απαντήσουν σε ερωτήσεις, είτε γραπτώς πριν από την επ’ ακροατηρίου συζήτηση είτε προφορικώς κατά τη διάρκειά της, καθώς και να προσκομίσουν ορισμένα έγγραφα.  

Η επ’ ακροατηρίου συζήτηση

Εάν το Γενικό Δικαστήριο αποφασίσει ότι πρέπει να πραγματοποιηθεί επ’ ακροατηρίου συζήτηση σε υπόθεση ευθείας προσφυγής, τότε πριν από τη διεξαγωγή της ενδέχεται να συνταχθεί από τον εισηγητή δικαστή η λεγόμενη «έκθεση ακροατηρίου». Εκεί παρουσιάζονται εν συντομία τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και τα επιχειρήματα των διαδίκων και των παρεμβαινόντων. Το έγγραφο αυτό δημοσιοποιείται, στη γλώσσα διαδικασίας, ήδη την ημέρα της συνεδρίασης.

Οι επ’ ακροατηρίου συζητήσεις διεξάγονται στις αίθουσες ακροατηρίου του Γενικού Δικαστηρίου στο Λουξεμβούργο Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μπορεί να γίνουν και μέσω τηλεδιάσκεψης. Οι δικηγόροι και οι εκπρόσωποι των διαδίκων παρίστανται για να αγορεύσουν και να αναπτύξουν τα επιχειρήματά τους προφορικά ενώπιον των δικαστών. Οι δικαστές έχουν τη δυνατότητα να υποβάλουν ερωτήσεις, εφόσον το επιθυμούν.

Η συνεδρίαση είναι δημόσια.

Οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα

Στις προδικαστικές υποθέσεις, μετά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ακολουθούν οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα, εάν έχει ζητηθεί η συνδρομή του. Ο γενικός εισαγγελέας αναπτύσσει τις προτάσεις του και τις εκφωνεί σε δημόσια συνεδρίαση, η οποία, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί και να μεταδοθεί με streaming μέσω του ιστοτόπου του ΔΕΕ. Στις προτάσεις ο γενικός εισαγγελέας εξετάζει αναλυτικά την υπόθεση και εισηγείται νομική λύση για τα ζητήματα που ανακύπτουν, προκειμένου να βοηθήσει το Γενικό Δικαστήριο. Οι προτάσεις του πάντως δεν είναι δεσμευτικές.

Την ημέρα της συνεδρίασης οι προτάσεις δημοσιεύονται στη νομολογιακή βάση δεδομένων του ιστοτόπου του ΔΕΕ.

Έτσι ολοκληρώνεται η προφορική διαδικασία.

Διάσκεψη και σχέδιο απόφασης

Ο εισηγητής δικαστής συντάσσει σχέδιο απόφασης, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο της δικογραφίας και των επιχειρημάτων που έχουν διατυπωθεί.

Το σχέδιο απόφασης θα αποτελέσει την αφετηρία για τη συζήτηση μεταξύ των δικαστών, η οποία είναι γνωστή ως διάσκεψη. Οι γενικοί εισαγγελείς δεν συμμετέχουν στη διάσκεψη.

Λόγω της μυστικότητας της διάσκεψης δεν επιτρέπεται να είναι παρόντες ούτε βοηθοί ούτε διερμηνείς. Επομένως, χρειάζεται μια κοινή γλώσσα για την επικοινωνία μεταξύ των δικαστών. Παραδοσιακά, η γλώσσα αυτή είναι τα γαλλικά.

Με βάση τη διάσκεψη, οι δικαστές συμφωνούν σε ένα ενιαίο κείμενο. Εάν δεν επιτευχθεί ομοφωνία, η απόφαση λαμβάνεται κατά πλειοψηφία. Τυχόν αντίθετη γνώμη ή γνώμη της μειοψηφίας δεν δημοσιεύεται, ούτε δημοσιοποιείται το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας.

Απόφαση

Στη συνέχεια γίνεται η μετάφραση των αποφάσεων. Για περισσότερες πληροφορίες αναφορικά με το ποιες αποφάσεις μεταφράζονται και σε ποιες γλώσσες, ανατρέξτε στη σελίδα μας για την πολυγλωσσία στο ΔΕΕ. Όλες οι αποφάσεις δημοσιεύονται, τουλάχιστον, στη γλώσσα διαδικασίας και στη γλώσσα εργασίας του ΔΕΕ, που είναι η γαλλική.

Η απόφαση απαγγέλλεται σε δημόσια συνεδρίαση, η οποία μπορεί και να μεταδοθεί ζωντανά με streaming μέσω του ιστοτόπου του ΔΕΕ.

Την ίδια εκείνη ημέρα, η απόφαση καθίσταται διαθέσιμη στη νομολογιακή βάση δεδομένων του ιστοτόπου του ΔΕΕ.

Ακολούθως, οι περισσότερες αποφάσεις δημοσιεύονται και στη Συλλογή της Νομολογίας του ΔΕΕ, που είναι το επίσημο αρχείο της ενωσιακής νομολογίας. Για περαιτέρω πληροφορίες, ανατρέξτε στη σελίδα μας σχετικά με τη Συλλογή της Νομολογίας του ΔΕΕ.

Ειδικές διαδικασίες

Το Γενικό Δικαστήριο μπορεί, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, να εφαρμόσει και κάποια από τις ειδικές διαδικασίες που προβλέπονται σε σχέση με ορισμένες ιδιαίτερες καταστάσεις.

Η ταχεία διαδικασία

Χάρη στην ταχεία διαδικασία, το Γενικό Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να επισπεύσει την έκδοση της απόφασής του σε περίπτωση που συντρέχει ανάγκη. Για να το καταφέρει αυτό, μειώνει όσο το δυνατόν περισσότερο τον χρόνο των προθεσμιών στα διάφορα στάδια της διαδικασίας. Επίσης δίνει προτεραιότητα στις υποθέσεις της συγκεκριμένης κατηγορίας.

Η εφαρμογή της ταχείας διαδικασίας μπορεί να ζητηθεί είτε από τους διαδίκους είτε από το εθνικό δικαστήριο, αν πρόκειται για δικαστική παραπομπή. Το Γενικό Δικαστήριο αποφασίζει αν θα κάνει δεκτή τη σχετική αίτηση.

Μπορεί πάντως και να κρίνει αυτεπαγγέλτως ότι χρειάζεται να εφαρμοστεί η ταχεία διαδικασία.

Αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων

Η άσκηση προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου δεν αναστέλλει τα αποτελέσματα της απόφασης την οποία προσβάλλει ο προσφεύγων.

Είναι όμως δυνατόν να ζητηθεί, μέσω μιας ειδικής διαδικασίας, η αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης έως ότου εκδοθεί η δικαστική απόφαση.

Για να χορηγηθεί τέτοια αναστολή, πρέπει να πληρούνται τρεις προϋποθέσεις.

  • Πρώτον, πρέπει, εκ πρώτης όψεως, να προκύπτει ότι ο αιτών την αναστολή έχει τουλάχιστον ένα εύλογο επιχείρημα για να προσβάλει την επίμαχη πράξη.
  • Δεύτερον, πρέπει να συντρέχει επείγον, υπό την έννοια ότι αν η απόφαση δεν ανασταλεί άμεσα, ο αιτών θα υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη βλάβη.
  • Τρίτον, πρέπει να μπορεί η αναστολή να θεωρηθεί δικαιολογημένη και προς το δημόσιο συμφέρον, μετά από στάθμιση των διαφόρων συμφερόντων που εμπλέκονται.

Για το αν θα ληφθούν τα ασφαλιστικά μέτρα αποφαίνονται με διάταξη ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου. Σε καμία περίπτωση δεν κρίνουν την υπόθεση επί της ουσίας. Αυτό γίνεται αργότερα από το Γενικό Δικαστήριο.

Οι διατάξεις που εκδίδονται επί τέτοιων αιτήσεων υπόκεινται σε αναίρεση ενώπιον του Δικαστηρίου.

Πόσο κοστίζει η διαδικασία;

Το Γενικό Δικαστήριο δεν χρεώνει τέλη για τις υποθέσεις ενώπιόν του.

Δεν καλύπτει όμως τα έξοδα των δικηγόρων που προσλαμβάνουν οι διάδικοι. Κατ' αρχήν, όποιος διάδικος ηττηθεί, υποχρεώνεται να επωμιστεί το σύνολο ή μέρος των δικαστικών εξόδων του διαδίκου που νίκησε. Εάν ανακύψει διχογνωμία ως προς το ακριβές ποσό το οποίο πρέπει να καταβληθεί, η διαφορά επιλύεται από το Γενικό Δικαστήριο. Οι παρεμβαίνοντες βαρύνονται με τα δικά τους δικαστικά έξοδα.

Εάν ο διάδικος δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να πληρώσει δικηγόρο, μπορεί να ζητήσει δικαστική αρωγή. Για περισσότερες πληροφορίες, δείτε τη σελίδα μας σχετικά με τη δικαστική αρωγή.

Δείτε επίσης